Μιλάει στον «Π.Τ.» ο Δραμινός ιστορικός & συγγραφέας Β. Μεσσής
Η ιστορία της πίστης και της αρχιτεκτονικής
στη Δράμα μέσα από το βιβλίο «Από πέτρα
και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό»
Ένα οδοιπορικό στην εκκλησιαστική κληρονομιά της Δράμας έως το 1913
Του Θανάση Πολυμένη
ΤΟ ΒΡΑΔΥ του περασμένου Σαββάτου στο αμφιθέατρο του Δήμου Κ. Νευροκοπίου, παρουσιάστηκε το βιβλίο με τίτλο: «Από πέτρα και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό. Οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες στην Περιφερειακή Ενότητα Δράμας».
Πρόκειται για ένα βιβλίο που δημιουργήθηκε με μια ομαδική προσπάθεια, ανθρώπων που γνωρίζουν πολύ καλά τον χώρο. Τα κείμενα είναι του εξαιρετικού Δραμινού Αρχαιολόγου, Ιστορικού και διδάκτορα της Βυζαντινής Αρχαιολογίας κ. Βασίλη Μεσσή. Οι φωτογραφίες επίσης δυο πολύ καλών φωτογράφων, του Κώστα Βιδάκη και της Σοφίας Σιγγιρίδου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, το βιβλίο έγινε με την υποστήριξη του Συλλόγου «Φίλοι Αρχαιολογικού Μουσείου Δράμας, Πολιτιστικών και Φυσικών Μνημείων Πόλης και Περιοχής Δράμας», του οποίου η πρόεδρος κα. Δήμητρα Χατζηδημητρίου είχε και τον γενικό συντονισμό.
Χορηγός της έκδοσης η εταιρεία Wonderplant Α.Ε., ενώ θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι, όλη η δουλειά, όπως σχεδιασμός, σελιδοποίηση, οργάνωση παραγωγής και εκτύπωση έγινε στη Δράμα και όχι σε κάποια άλλη πόλη. Την τελική επιμέλεια των κειμένων είχε η κα. Μαρία Χατζή.
Το βιβλίο περιλαμβάνει χαιρετισμό του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας Wonderplant Α.Ε. κ. Θεμιστοκλή Μακρή, ο οποίος αναφέρει ότι ανέλαβε πλήρως το κόστος της έκδοσης, και επισημαίνει μεταξύ άλλων: «Στο χρόνο που μεσολάβησε από την πρώτη εκείνη συνάντηση έως σήμερα, που έχουμε στα χέρια μας το λεύκωμα, η συνεργασία μας με τους δημιουργούς υπήρξε εποικοδομητική και η γνωριμία μας προχώρησε με τρόπο ουσιαστικό, καθώς η Εταιρεία μας συμμερίζεται το ενδιαφέρον τους για τη γνώση, την προστασία και την προβολή του φυσικού και πολιτιστικού πλούτου της περιοχής μας».
Στη συνέχεια, ακολουθούν χαιρετισμοί του σεβασμιότατου Μητροπολίτης Δράμας κ. Δωρόθεου, καθώς και του σεβασμιότατου Μητροπολίτη Ζιχνών και Νευροκοπίου Ιερόθεου.
Οι χαιρετισμοί ολοκληρώνονται με αυτόν της κας Δήμητρας Χατζηδημητρίου, προέδρου του Συλλόγου «Φίλοι Αρχαιολογικού Μουσείου Δράμας, Πολιτιστικών και Φυσικών Μνημείων Πόλης και Περιοχής Δράμας».
Μέχρι και το 1913
Στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου, ο «Π.Τ.» μίλησε με τον συγγραφέα κ. Βασίλη Μεσσή, ο οποίος αρχικά εξηγεί ότι, «το θέμα του βιβλίου είναι οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες της Περιφερειακής Ενότητας Δράμας, όσες δηλαδή χρονολογικά φτάνουν μέχρι το 1913».
Όπως εξηγεί, «είναι μια δουλειά που κράτησε πάνω από έναν χρόνο, με πολύ επιτόπια έρευνα, αρχειακή έρευνα, βιβλιογραφική και βέβαια πολύ προσεκτική φωτογράφιση, τόσο των ίδιων των κτισμάτων όσο και του εξοπλισμού τους, δηλαδή των ξυλόγλυπτων και του ζωγραφικού τους διάκοσμου, τοιχογραφίες και εικόνες».
Αξίζει να αναφερθεί ότι, στο βιβλίο υπάρχουν εισαγωγικά κεφάλαια για το ιστορικό πλαίσιο και την αρχιτεκτονική, ενώ συνολικά παρουσιάζονται 40 ναοί, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και εκτενή κείμενα για τον καθένα, ενώ σημαντική ήταν η βοήθεια των δύο Μητροπολιτών Δράμας και Ζιχνών, καθώς και των εφημέριων των ναών.
Σημαντικά αρχαιολογικά μνημεία
Ερωτώμενος αν πρόκειται για σημαντικά αρχαιολογικά μνημεία, ο κ. Μεσσής απαντάει θετικά: «Είναι ναοί που έχουν ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον και προστατεύονται κάποιοι από αυτούς από την κείμενη αρχαιολογική νομοθεσία και άλλοι που χρονολογούνται μέχρι το 1913, το έτος δηλαδή της ενσωμάτωσης της Μακεδονίας στο ελληνικό κράτος. Ό,τι θρησκευτικό κτίσμα υπάρχει μέχρι αυτή τη χρονολογία, εμπίπτει σ’ αυτή την κατηγορία που κεντρίζει το ιστορικό και αρχαιολογικό ενδιαφέρον».
Όπως επισημαίνει στη συνέχεια, «έχουμε τρεις βυζαντινούς ναούς στη Δράμα: την Αγία Σοφία, τους Ταξιάρχες (που είναι αρχές του 14ου αιώνα) και τον Άγιο Παντελεήμονα στην Προσοτσάνη. Εξετάζουμε μόνο τα ιστάμενα μνημεία ως κτίσματα, όχι παλαιοχριστιανικές βασιλικές που είναι μόνο στα θεμέλια».
Στην ερώτηση αν αυτοί οι ναοί σήμερα λειτουργούν και αν τα κειμήλιά τους φυλάσσονται κάπου με ασφάλεια, εξηγεί ότι «οι περισσότεροι λειτουργούν ή είναι δεύτεροι ναοί στα χωριά, που ανοίγουν κάποιες ημέρες τον χρόνο. Όσοι είναι μέσα σε οικισμούς κλειδώνουν και φυλάσσονται. Υπάρχουν και ναοί που είναι εντελώς απροστάτευτοι όπως στο Ακρινό. Αυτό μένει στη φθορά του χρόνου, ενώ ο φορητός εξοπλισμός τους έχει μεταφερθεί για προστασία».
Δασωτό Δράμας, ναός Κοίμησης της Θεοτόκου. Δεσποτική εικόνα της Κοίμησης της Θεοτόκου, των φωτογράφων Κώστα Βιδάκη και Σοφίας Σιγγιρίδου, από το λεύκωμα «Από πέτρα και ξύλο σε σάρκωμα και γλυκασμό. Οι βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες στην Περιφερειακή Ενότητα Δράμας».
Παρχαρίδου: Ο εύθραυστος πολιτισμικός πλούτος
Την αναλυτική παρουσίαση του βιβλίου στην εκδήλωση, έκανε η δρ. Αρχαιολόγος κα. Μαγδαληνή Παρχαρίδου, η οποία συνοψίζοντας τα λεγόμενά της επισημαίνει: «Συνοψίζοντας τον καταιγισμό των πολύτιμων για την περιοχή μας πληροφοριών, χάρη στην ακάματη, υψηλής ποιότητας εργασία των κ.κ. Βασίλη Μεσσή, Κώστα Βιδάκη και Σοφίας Σιγγιρίδου, γίνεται φανερή η σημασία που το βιβλίο αυτό έχει για την πολιτισμική ιστορία της Δράμας. Οι ειδικές πληροφορίες για την αρχιτεκτονική των μνημείων, η αποκάλυψη της άγνωστης σκευής των ναών, ο σχολιασμός και η ένταξη της ανέγερσης, τοιχογράφησης ή άλλης πράξης κειμηλιακού εμπλουτισμού των μνημείων στην ιστορία της περιοχής, ως έκφραση της ευλάβειας και της πίστης των προγόνων χρηστών του χώρου μας στοχεύουν, και πρέπει να αξιοποιηθούν, διπλά: να γνωρίσουν στον ειδικό και μη, ενδιαφερόμενο την ιστορία του χώρου, να τον ευαισθητοποιήσουν και να πετύχουν τη συνδρομή του για την προστασία αυτού του εύθραυστου πολιτισμικού πλούτου.
Τα όσα λέμε σήμερα ας μην είναι ευχές και μακαρισμοί, οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να πάρουν τον λόγο, με πράξεις ανάδειξης και προστασίας».
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της, η κα. Παρχαρίδου μίλησε για «εξαιρετική, στέρεη εργασία» σημειώνοντας ότι, «πετυχαίνει τον στόχο της που είναι η γνωριμία και η εξοικείωση με την εκκλησιαστική πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής της Δράμας, ώστε τα μνημεία να αξιώνονται την προστασία όχι μόνον των ειδικών αλλά και των απλών ανθρώπων, των πιστών που λειτουργούνται στην εκκλησία τους και ενδιαφέρονται για την ιστορία της.
Και επειδή η ιστορία είναι αποτέλεσμα συλλογικών δράσεων, έτσι, κάθε μια από τις εκκλησίες συνδέεται στενά με τα γενόμενα στην ευρεία περιοχή της Δράμας. Από ερευνητική άποψη, η περιοχή της Δράμας, χάρη στη συγκροτημένη προσπάθεια των επιστημονικών συναντήσεων με θέμα την ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης και της περιοχής της που έγιναν τα τελευταία τριάντα χρόνια διαθέτει πλέον ικανοποιητικές μαρτυρίες για τη βιωτή της».





